Μόνο και μόνο από την ανάγνωση των τίτλων των μαθημάτων, προκύπτουν αμέσως ερωτήματα. Γενικότερα το πρόγραμμα αποτελεί ένα θαυμάσιο δείγμα αυτού που ονομάστηκε δημιουργική ασάφεια ως μεταγλώσσα της τεχνικής της εξουσίας την οποία μόνον οι μυημένοι κάτοχοί της κατανοούν. Σύμφωνα με άλλη ερμηνεία, οι επιδιώξεις του προγράμματος είναι τόσο αντιπαιδαγωγικές και απαράδεκτες που μόνο με ένα περιτύλιγμα ασάφειας και αοριστίας μπορούν να σερβιριστούν.

Το πλέον χαρακτηριστικό του προγράμματος είναι οι συγχωνεύσεις μαθημάτων και αντικειμένων που όμως δεν δικαιολογούνται ούτε επιστημονικά ούτε παιδαγωγικά. Έχουμε όμως και καταργήσεις υποχρεωτικών μαθημάτων όπως τα Αρχαία Ελληνικά, η Φυσική, η Χημεία, η Βιολογία, η Πληροφορική, η Ξένη Γλώσσα ενώ δεν προβλέπεται κανένα μάθημα Αισθητικής Αγωγής. Περικοπές και συγχωνεύσεις λοιπόν και προς τα στοιχεία της πολιτισμικής μας ταυτότητας και προς τις σύγχρονες ανάγκες. Έχουμε όμως «Δημιουργικές Δραστηριότητες», γεγονός που υπονοεί σαφώς ότι τα υπόλοιπα αντικείμενα γίνονται με μη δημιουργικό τρόπο. Η ύπαρξη βέβαια διακριτού δίωρου «δημιουργικής απασχόλησης» περισσότερο παραπέμπει στην προσχολική, άντε και στην δημοτική εκπαίδευση παρά στο Λύκειο, αλλά πώς αλλιώς θα έχουμε ένα αντικείμενο που ακούγεται ευχάριστο και μπορεί να δίνεται στους κλάδους καθηγητών που πλεονάζουν;

Σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα μαθήματα, ξεκινάμε από την «Ελληνική Γλώσσα». Εάν μιλάμε για συγχώνευση της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, ισχύουν οι αντιρρήσεις που έχουμε διατυπώσει και αλλού με αφορμή την ανάλογη αλλαγή στα ωρολόγια και αναλυτικά προγράμματα των ΕΠΑΛ. http://www.alfavita.gr/arthron/ekpaideysi/gia-tin-exetastea-yli-ton-epal-sto-mathima-ton-neon-ellinikon. Σε αυτή την περίπτωση όμως έχουμε επίσης κατάργηση της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας ως υποχρεωτικού μαθήματος Γενικής Παιδείας που όπως είναι γνωστό περιλαμβάνει το εμβληματικό κείμενο της Αντιγόνης του Σοφοκλή ενώ φέτος διδάσκεται εντελώς πρόχειρα και αδικαιολόγητα μαζί με τον Επιτάφιο του Περικλή. Αποδεικνύονται έτσι εντελώς υποκριτικές έως και γελοίες οι διαψεύσεις και καταγγελίες όσων είχαμε διαμαρτυρηθεί στην αρχή του 2017 για την κατάργηση της διδασκαλίας της Αντιγόνης ως μαθήματος Γενικής Παιδείας. Εάν πάλι η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών συμπεριλαμβάνεται στο νέο αντικείμενο με τίτλο: «Ελληνική Γλώσσα», όπως είχε ακουστεί σε περσινές δηλώσεις αρμοδίων, τότε το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σοβαρό, καθώς μιλάμε για συνολική υποβάθμιση τριών εκ των σπουδαιοτέρων φιλολογικών αντικειμένων καθώς η συγχώνευσή τους στην πράξη δεν θα επιτρέψει τη διδασκαλία κανενός από αυτά με ουσιαστικό και επωφελή τρόπο. Έχουμε έτσι ένα συνειδητό πλήγμα κατά ορισμένων από τα βασικότερα στοιχεία που συγκροτούν την ιδιαίτερη πολιτισμική μας ταυτότητα.

Ως δεύτερο αντικείμενο τετράωρης μάλιστα διδασκαλίας, αναφέρεται ο «Σύγχρονος Κόσμος» ενώ σε παρένθεση αναγράφεται το αντικείμενο της «Ιστορίας» ακολουθούμενο από αποσιωπητικά πράγμα που μπορεί να ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους. Το σίγουρο είναι ότι καταργείται η διδασκαλία της Ιστορίας του Μεσαιωνικού Κόσμου, που περιλαμβάνει και το μεγαλύτερο μέρος της Βυζαντινής Ιστορίας, αντικείμενο που διδασκόταν για πολλά χρόνια στη Β΄ τάξη. Επειδή όμως η Ιστορία αποτελεί ένα όλον το οποίο πρέπει να έχει μία ενιαία λογική, αναρωτιέται κανείς τι θα διδάσκονται τα παιδιά στην Α΄ Λυκείου. Γιατί εάν, σύμφωνα με τους συντάκτες του ωρολογίου προγράμματος, οι μαθητές δεν χρειάζεται πλέον να επαναλάβουν και στο Λύκειο τη γνωστή τριμερή παρουσίαση της ιστορικής ύλης: Ιστορίας Αρχαίων, Μέσων και Νεότερων Χρόνων και Σύγχρονης Ιστορίας και στο Λύκειο, τότε αφού από τη Νεότερη και Σύγχρονη της Γ΄ Γυμνασίου διδάσκονται τον «Σύγχρονο Κόσμο», στη Β΄ Λυκείου, είναι εύλογη η απορία για το τι θα έχει μεσολαβήσει. Έπειτα, η έννοια «σύγχρονος κόσμος» είναι εντελώς ασαφής, αφού θα μπορούσε να παραπέμπει στην Ιστορία του Μεταπολεμικού Κόσμου, αλλά και στην παρουσίαση των σύγχρονων γεγονότων από το 1989 (τέλος του Ψυχρού Πολέμου) ως σήμερα. Αυτό όμως δεν εμπίπτει επιστημονικά στον τομέα της Ιστορίας εφόσον απαιτείται η πάροδος 30 τουλάχιστον χρόνων – για την Ελλάδα 50 και περισσότερα – για να ανοίξουν τα αρχεία. Άρα, απαιτούνται διευκρινίσεις και εδώ καθώς μάλλον μιλάμε για αντικατάσταση του μαθήματος της Ιστορίας από ένα σεμινάριο «σύγχρονου προβληματισμού» στο οποίο βέβαια δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αντικειμενική, επιστημονική και κοινά αποδεχτή προσέγγιση και αντιμετώπιση. Μπορεί κανείς να προβλέψει από τώρα ότι θα επικρατήσει είτε ο απόλυτος σχετικισμός είτε η αυθαίρετη επιβολή της πολιτικής «ορθότητας» που η εκάστοτε εξουσία θα κρίνει ως τέτοια για όλα τα επίκαιρα ζητήματα: Ευρωπαϊκή Ένωση, Τρομοκρατία, Μετανάστευση, Μέση Ανατολή, Ρωσία, Κίνα κτλ ή ακόμη ελληνοτουρκικές σχέσεις, Κυπριακό, Μακεδονικό.

Αποκαλυπτικός της επιχειρούμενης εξαπάτησης είναι ο τίτλος του μαθήματος: «Ερευνητικά προβλήματα των Φυσικών Επιστημών»: Τα γνωστά αντικείμενα της Φυσικής, της Χημείας, της Βιολογίας και της Γεωλογίας παύουν να υφίστανται. Επειδή όμως αυτές οι επιστήμες έχουν οπωσδήποτε «ερευνητικά προβλήματα», κατά τους αρμόδιους συντάκτες του ωρολογίου προγράμματος αφενός αυτά αφορούν το σχολικό επίπεδο και αφετέρου οποιοσδήποτε κάτοχος πτυχίου μιας μόνο από τις παραπάνω ειδικότητες μπορεί άνετα να τα κατανοήσει, να τα επιλύσει και να τα εξηγήσει στους μαθητές. Το μόνο υπαρκτό πρόβλημα βεβαίως είναι ότι υπάρχει έλλειψη καθηγητών του κλάδου των Φυσικών Επιστημών και ειδικά Βιολόγων οπότε η συγχώνευση των επιμέρους ειδικοτήτων εξυπηρετεί την αντιμετώπισή της χωρίς να γίνουν διορισμοί και με την περικοπή των δαπανών για προσλήψεις αναπληρωτών που όμως καλύπτουν πάγιες και σταθερές ανάγκες. Η συγχώνευση επομένως του κλάδου ΠΕ4 είναι πλέον γεγονός με έναν καθόλα ανέντιμο και αντιπαιδαγωγικό τρόπο.

Ας δούμε όμως και τα μαθήματα «εμβάθυνσης» ξεκινώντας από αυτά των ανθρωπιστικών σπουδών. Ποια μαθήματα θα επιλέξει λογικά ένας υποψήφιος της θεωρητικής κατεύθυνσης ή ομάδας προσανατολισμού ή όπως αλλιώς θα λέγεται το πάλαι ποτέ «κλασικό τμήμα»; Αρχαία πρώτα πρώτα και πιθανότατα Ιστορία. Ως προς τα υπόλοιπα, καμία επιστημονική λογική δεν δικαιολογεί τίτλο μαθήματος: «εισαγωγή στην Φιλοσοφία-Ψυχολογία» που αναρωτιέται κανείς ποιος θα το επιλέξει. Έτσι όπως δηλώνεται το μάθημα είναι σαν να μιλάμε για ένα ενιαίο αντικείμενο. Δεν ήταν ούτε υπήρξε ποτέ τέτοιο. Υπάρχει κάποιο κοινό σύγγραμμα αυτών των δύο αντικειμένων ή πεδίων γνώσης και έρευνας; Γιατί ντε και σώνει όποιος επιλέγει το ένα να πρέπει να ασχοληθεί και με το άλλο; Σε πολλές χώρες η Φιλοσοφία αποτελεί βασικό μάθημα για όλα τα επιστημονικά πεδία καθώς εισάγει τον μελλοντικό επιστήμονα στη συζήτηση για τις προϋποθέσεις, τις αρχές και τους σκοπούς κάθε διακριτικού αντικειμένου. Θέτει τα θεμελιώδη ζητήματα της Ηθικής αλλά και της Λογικής. Η Ψυχολογία από την άλλη παρότι πολύ νεότερη ως επιστήμη έχει εξαρχής αναγνωριστεί ως αυτοτελής επιστήμη με πλήθος σχολές, που καθεμιά της έχει τη δική της θεωρία και μέθοδο.

Ο βαρύγδουπος τίτλος μαθήματος: «έννοιες, μέθοδοι και ιστορία των κοινωνικών επιστημών» επιτρέπει κάθε «κοινωνική» επιστήμη να διεκδικήσει μία θέση σε αυτό το ασαφές και αόριστο αντικείμενο: Οικονομία, Κοινωνιολογία, Πολιτικές Επιστήμες, Διεθνείς Σχέσεις, Ανθρωπολογία, Λαογραφία και ίσως και άλλες όπως π.χ. οι «Δημόσιες Σχέσεις». Με ποια κριτήρια θεωρείται a priori δεδομένο ότι κάποιες είναι ανώτερες των άλλων ή πιο κατάλληλες για τη Β΄ Λυκείου ή για τη Μέση Εκπαίδευση γενικότερα; Εδώ γίνεται ακόμη πιο φανερή η προσπάθεια αφενός να ξεπεραστούν τυχόν συντεχνιακές αντιθέσεις, π.χ. μεταξύ Οικονομολόγων, Νομικών και Κοινωνιολόγων αφού, στοιχηματίζουμε ότι και οι τρεις ειδικότητες θα έχουν ως ανάθεση το «μάθημα» αφετέρου να καταργηθούν τα στεγανά μεταξύ των διακριτών αντικειμένων και να επιταθούν η σύγχυση και ο γνωστικός σχετικισμός. «Όλα μπερδεύονται γλυκά» και δεν μένει τίποτα ως στέρεα και συγκεκριμένη γνώση στους μαθητές. Κοντολογίς σε ό,τι αφορά τα μαθήματα των ανθρωπιστικών σπουδών, έχουμε να κάνουμε με μία απόλυτα συνειδητή και συστηματική προσπάθεια υποβάθμισης και ιδιαίτερα αυτών που συγκροτούν την εθνική ταυτότητα: τη γλώσσα, αρχαία και νέα, τη λογοτεχνία, την Ιστορία.

Σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήταν οπωσδήποτε διασκεδαστικό, στην περίπτωσή μας όμως καταντά μία κακόγουστη φάρσα η πρόβλεψη να μπορεί να επιλέγει ένας μαθητής Β΄ Λυκείου κάποιο μάθημα από την επαγγελματική εκπαίδευση. Από θεωρητική άποψη βεβαίως δεν είναι μία κακή πρόταση, γιατί θα μπορούσε κάποιος να θέλει να αποκτήσει και κάποια τεχνική δεξιότητα ή να αποκτήσει βασικές γνώσεις είτε λογιστικής είτε νοσηλευτικής είτε ηλεκτροτεχνίας. Τίθεται όμως το ερώτημα του σκοπού του Λυκείου. Θέλουμε ένα Πολυκλαδικό Λύκειο ή ένα αμιγώς θεωρητικό Λύκειο; Θέλουμε μία σχολική βαθμίδα που καταργεί τη διάκριση μεταξύ Γενικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης; Θέλουμε ένα Λύκειο με πολλές επιλογές και κατευθύνσεις; Θέλουμε ένα Λύκειο που αποτελεί μία καλή προετοιμασία για τις σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Ή μήπως θέλουμε να επικρατήσει το απόλυτο χάος εάν τύχει – πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω –  και υπάρξουν μαθητές που θα είναι διατεθειμένοι τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα να μετακινούνται (πώς; πότε; με τίνος ευθύνη;) στη διάρκεια της ημέρας προκειμένου να μεταβούν σε ένα ΕΠΑΛ για να παρακολουθήσουν ένα τετράωρο μάθημα κάποιας ειδικότητας έχοντας a priori ως δεδομένο ότι υπάρχουν πολλά τέτοια και μάλιστα κατάλληλα για κάποιον που δεν παρακολουθεί το συνολικό πρόγραμμα σπουδών του ΕΠΑΛ; Και μόνο οι συνέπειες ενός τέτοιου μέτρου για όσους γνωρίζουν φυσικά την ελληνική πραγματικότητα, το καθιστούν είτε πρακτικά ανεφάρμοστο είτε παντελώς ανεύθυνο ως επιλογή. Η λειτουργία απογευματινής ζώνης ελεύθερων επιλογών ή «εμβάθυνσης» των μαθημάτων του βασικού προγράμματος όχι με μετακινούμενους μαθητές αλλά με μόνιμους καθηγητές στο ίδιο Λύκειο, πράγματι θα ήταν μία ορθολογική παιδαγωγικά και οργανωτικά πρόταση. Αλλά βέβαια αυτή κοστίζει. Ενώ το να πετάξουμε μία μπαρούφα για να τρίζουν τα κόκκαλα του Μάο που επιχείρησε την άρση της διάκρισης μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας είναι βλέπετε ανέξοδο.

Κι αν η προηγούμενη επιλογή προκαλεί και το γέλιο, η συγχώνευση Χημείας και Βιολογίας είναι εντελώς απαράδεκτη και εξοργιστική καθώς φανερώνει πλήρη άγνοια των συγκεκριμένων αντικειμένων και του περιεχομένου τους. Επειδή όμως για τη συγκεκριμένη επιλογή έχουν ήδη υπάρξει αντιδράσεις, δεν θα επιμείνω περισσότερο πέρα από την επισήμανση ότι είναι τραγικό ακόμη και να συζητάμε σοβαρά μία τόσο προκλητική πρόταση.

Αναρωτιέται λοιπόν κανείς εάν αυτό το ωρολόγιο πρόγραμμα είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να παρουσιάσει το Υπουργείο μετά από τόσους μήνες δηλώσεων, εξαγγελιών και «διαβούλευσης». Απαιτείται τελικά πολύ θράσος για να δίνεται στη δημοσιότητα ένα σχέδιο με τόσο εμφανείς σκοπούς και τόσο καταστροφικές συνέπειες εάν και εφόσον εφαρμοστεί πρώτα πρώτα για τη μόρφωση των παιδιών μας και κατά δεύτερο λόγο για το επιστημονικό κύρος και το εργασιακό καθεστώς των καθηγητών.

 

Τάσος Χατζηαναστασίου, Δρ Ιστορίας, Γεν. Γραμματέας ΕΛΜΕ Αργολίδας

Αναδημοσίευση από ιστοσελίδα alfavita

Advertisements