Τα τελευταία 20 -25 χρόνια έχει παγιοποιηθεί ένα γραμματειακό είδος που το συναντάμε μόνο σε μαθητικά γραπτά και μάλιστα στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου: η Έκθεση ιδεών ή, όπως λέγεται τα τελευταία χρόνια, η Παραγωγή Λόγου. Το ιδιόμορφο αυτό είδος σταδιακά διαμόρφωσε τα δικά του χαρακτηριστικά μέσα στην εξεταστική αναγκαιότητα και στον κρίσιμο ρόλο που παίζει ο βαθμός στο μάθημα για την εισαγωγή του μαθητή στο Πανεπιστήμιο. Με τη συμβολή πολλών καθηγητών («εκθεσάδων» όπως λέγονται αγοραία) ο μαθητής έπρεπε να γράφει ήπια και ουδέτερα, πολιτικώς ορθά, να γράφει «όχι αυτά που πιστεύει, αλλά αυτά που πρέπει». Ως ένα βαθμό αυτό που συμβουλεύαν οι  εν λόγω καθηγητές ήταν αποτελεσματικό. Σε έναν διορθωτή που  το κεφάλι του είναι γεμάτο στερεότυπα πώς να υποστηρίξεις ότι οι αντιραστιστές ή οι υπέρμαχοι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων το έχουν παρακάνει; «Άσε, αυτά τα γράφεις για άλλη περίσταση. Όταν γράφεις εξετάσεις, κυνηγάς τον μέγιστο υψηλό βαθμό», λέει η φωνή του ρεαλισμού.

Από κει και πέρα, βέβαια, όσο οι εκθεσάδες έβλεπαν ότι οι μαθητές τους δεν είχαν καμμία επαφή με άρθρα εφημερίδων και περιοδικών, με δοκίμια και γενικά με επίκαιρο ζωντανό λόγο, όσο έβλεπαν ότι οι μαθητές της τελευταίας τάξης δεν είχαν το χρόνο να προβληματιστούν ή να παρακολουθήσουν τη διαλεκτική αντιπαράθεση των ιδεών σε προβλήματα του δημοσίου βίου (το ενδιαφέρον για τα κοινά δεν μπορεί να περιορίζεται στην τελευταία τάξη) και όσο από την βαθμολογία του μαθητή εξαρτιόταν και η εισπρακτική επιτυχία των μαθημάτων τους, τυποποίησαν το μάθημα σε βαθμό κακουργήματος (και γελοιότητας). Πραγματικά μαθητικά λεκτικά κλισέ: η ανάγκη είναι πάντα «αδήριτη», η λύση είναι πάντα «η ανθρωπιστική παιδεία» και στο τέλος «το συμπέρασμα συνάγεται αβίαστα». Πέραν των γλωσσικών στερεοτύπων ο μαθητής καλείται να μάθει 10 περίπου προλόγους και επιλόγους που «κολλάνε παντού», κατεβατά ολόκληρα με αιτίες και προτάσεις «δια πάσαν νόσον και μαλακίαν».

Πίσω απ’ αυτό το γλωσσικό και επικοινωνιακό λούστρο γίνεται προσπάθεια να κρυφτεί η κενότητα της σκέψης, η ρηχότητα, η τιποτολογία. Και η συνταγή γίνεται σιγά σιγά καθολική, καθώς όλοι, μαθητές και καθηγητές, παίρνουν το μήνυμα πώς το συνταγολόγιο ιδεών αποφέρει ένα 14-15, αρκετό για την εισαγωγή σε πολλά ΑΕΙ, αφού έτσι ξεπερνιέται ο σκόπελος της έκθεσης. Στα άλλα η αποστήθιση και η τυποποίηση είναι αποδοτικότερη.

Φέτος, όμως, στην έκθεση είχαμε στατιστικά χαμηλούς βαθμούς παρότι το θέμα ήταν από τα εύκολα. Τι συνέβη; Απλώς το πρώτο ζητούμενο ήταν διαπιστωτικό, ήθελε δηλαδή φαινόμενα που αποδείκνυαν το σημερινό έλλειμμα ανθρωπιάς και οι περισσότεροι έχοντας φορτωμένο το μυαλό τους με την αιτιολογία του φαινομένου έγραψαν … αιτίες. Πρόσθεσαν μετά και το γνωστό ευχολόγιο: «ανθρωπιστική παιδεία» μπλα μπλα, «οικογένεια» μπλα μπλα και «ΜΜΕ» μπλα μπλα!

Θα ήταν τα παραπάνω ωραίες αφορμές να κάνουμε λίγο κακεντρεχές χιούμορ, να αποφορτιστούμε λιγάκι, αν δεν επρόκειτο για τους σημερινούς δεκαοχτάχρονους και μια ολόκληρη γενιά, της οποίας τη σκέψη το εκπαιδευτικό σύστημα έκανε το παν για να την ευνουχίσει και να την αποτελειώσει. Γιατί τι άλλο καλλιεργούμε στους μαθητές παρά μιθριδατικό εθισμό στον ξύλινο λόγο (άρα και στην ξύλινη σκέψη), επιφανειακή προσέγγιση των πραγμάτων, εγκλωβισμό σε στερεότυπα και εξοβελισμό κάθε φαντασίας και αιρετικού λόγου; Στην ουσία οι μαθητές αυτοί και αυριανοί πολίτες παύουν να είναι σκεπτόμενοι. Νωρίς νωρίς παίρνουν το μήνυμα ότι αρκεί να αναμασήσουν «πέντε πράγματα», για να πάρουν τον βαθμό κι όλα τα άλλα είναι «φιλοσοφίες και θεωρητικολογίες». Απορεί κανείς γιατί η νέα γενιά δεν είναι πολιτικοποιημένη;

Ακόμη όμως και κάποιοι νέοι να θελήσουν να διερευνήσουν περισσότερο τα πράγματα θα βρουν μπροστά τους μια προπαγάνδα … που δεν αστειεύεται. Με τι διανοητική σκευή να παλέψει κανείς την υπερεκμετάλλευση του φόβου, τη λογική των «μοναδικών λύσεων», τις μισές αλήθειες- μισά ψεματα που οδηγούν σε ολόκληρα ψέματα, τις απλουστευτικές εξηγήσεις της σημερινής κρίσης με προώθηση του κοινωνικού αυτοματισμού (πάντα φταίει ο διπλανός) και της αυτό-ενοχοποίησης; Τα υπερόπλα της προπαγάνδας απέναντι σε έναν λαό τελικά, που δεν έχει μάθει να σκέφτεται, που έχει μάθει να χρησιμοποιεί έτοιμες συνταγές και προσπαθεί να χωρέσει την πραγματικότητα είτε σε κάθε είδους διεθνιστικές και ταξικές εμμονές (χωρίς συναίσθηση για το πεπερασμένο κάθε ερμηνευτικού εργαλείου) είτε σε θεωρίες συνωμοσίας και πολιτικού αναχωρητισμού.

Εναπόκειται πραγματικά στον προσωπικό πνευματικό και διανοητικό αγώνα του καθενός να αναπτύξει τη σκέψη του και να συνειδητοποιήσει σε βάθος την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Ο θεσμός της εκπαίδευσης απουσιάζει εκκωφαντικά και η Έκθεση είναι μια μεγάλη απόδειξη γι’ αυτό. Είναι φανερό πως το μάθημα με τη σημερινή του μορφή έχει κλείσει τον κύκλο του.

 

Παν . Καρακολίδης

(«Αντιφωνητής», τ. 395, Ιούλιος 2015)

Advertisements