Εἶναι χαρακτηριστικό τῆς πνευματικῆς μας καθυστέρησης ὅτι γιά ἕνα τόσο σημαντικό ζήτημα γιά τόν πολιτισμό μας, γλωσσικό καί εὐρύτερα πνευματικό, αὐτό τῆς σχέσης ἀρχαίας καί νέας ἑλληνικῆς γλώσσας, τά περιχαρακωμένα στρατόπεδα δεξιᾶς καί ἀριστερᾶς στόν τόπο μας ἐξακολουθοῦν νά δίνουν τίς μάχες τους μέ ὅρους ἰδεολογημάτων τοῦ 19ου αἰῶνα.

Σήμερα, ὅμως, ἐν ἔτει 2016, θά ᾿πρεπε νά εἶχε ἀρχίσει, τοὐλάχιστον, νά γίνεται συνείδηση ὅτι ὁ καταχρηστικά ὀνομαζόμενος «νέος ἑλληνισμός» δέν διαμορφώθηκε τόν 19ο, ἤ, ἔστω, τόν 12ο ἤ 10ο ἤ καί 9ο μ.Χ.  αἰῶνα, ἀλλά οἱ ρίζες του φθάνουν σίγουρα πολύ πρίν τόν Ὅμηρο, πιθανώτατα καί πρό τοῦ 2000 π. Χ., στόν χῶρο τῆς λεγόμενης «προελληνικῆς». Καί μόνη ἡ διαπίστωση ὅτι ὑπῆρχαν στήν μυκηναϊκή Ἑλλάδα ἄνθρωποι πού πρόφεραν τό «υἱός» i-jo,  ὅπως δηλ. τό προφέρουμε ἐμεῖς σήμερα («Ἄλλος ὑγιόν δέν ἔκανε παρ᾿ ἡ Μαριώ τό Γιάννη») ἤ ὅτι χρησιμοποιοῦσαν, καί μάλιστα συχνότατα, τήν πάγκοινη σήμερα λέξη «περυσινά» πού, σημειωτέον, δέν ἀπαντᾷ οὔτε μιά φορά στόν Ὅμηρο, κ.λπ. δείχνει ὅτι ἡ γλῶσσα μας δέν εἶναι ἁπλῆ ἐξέλιξη τῆς ἀττικῆς διαλέκτου ἀλλά χάνεται στά βάθη τοῦ χρόνου.

Ὁ Ἰ. Προμπονᾶς στό ἔργο του Κοινά γλωσσικά στοιχεῖα στά Ὁμηρικά ἔπη καί στή Νέα Ἑλληνική ἀμάρτυρα στήν ἀττική πεζογραφία, Σύλλογος πρός διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων, Ἀθῆναι, 2003, ἀναδεικνύει αὐτήν τήν διάσταση τῆς νέας ἑλληνικῆς [στήν περίπτωση π.χ. λέξεων ὅπως ὁμηρ. / ν.ἑ. δάκρυ ἔναντι ἀττικοῦ δάκρυον, ὁμηρ. / ν.ἑ. ὀνείρατα, προσώπατα ἔναντι ἀττικοῦ ὀνείρους, πρόσωπα, ὁμηρ. δυώδεκα / ν.ἑ. (καρπ.) δυώεκα ἔναντι ἀττικοῦ δώδεκα, ὁμηρ. ἐγών / ν.ἑ. (κυπρ.) ἐγιώνη ἔναντι ἀττικοῦ ἐγώ κ.λπ.]. Εὔλογο ἑπομένως εἶναι τό συμπέρασμα στό ὁποῖο ὁδηγοῦν τόν Ἰ. Προμπονᾶ αὐτές καί ἄλλες, παρεμφεροῦς τάξης, διαπιστώσεις: «Τά παραπάνω λοιπόν κοινά στά Ο(μηρικἀ) Ε(πη) καί στή ΝΕ γλωσσικά στοιχεῖα, πού δέν μαρτυροῦνται στήν ἀττική πεζογραφία, ἐπιτρέπουν νά συμπεράνουμε 1) ὅτι ἰδιαίτερα νήματα συνδέουν κατευθεῖαν τή γλῶσσα τῶν ΟΕ μέ τή ΝΕ, χωρίς τή μεσολάβηση τῆς Ἀττικῆς· 2) ὅτι ἡ ΝΕ δέν προέκυψε μόνο ἀπό τήν Ἀττική – κοινή, ὅπως συνήθως διδάσκεται […] 5) ὅτι, τέλος, οἱ κοινές φράσεις στά ΟΕ καί στά Δ(ημοτικά) Τ(ραγούδια) […] δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄσχετες μεταξύ τους οὔτε νά ὀφείλονται σέ σύμπτωση. Ὀφείλονται σέ κοινή καταγωγή καί αὐτή δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄλλη ἀπό τήν προομηρική» (ὅ.π. σ. 87-88).

Ὅπως καταλαβαίνει κανείς, τό πρᾶγμα δέν εἶναι καθόλου ἀσήμαντο, ἀλλά κεφαλαιώδους σημασίας γιά τόν ἑλληνικό (καί τόν παγκόσμιο, λόγῳ τῆς βαρύτητας τῆς ἑλληνικῆς συνεισφορᾶς στήν διαμόρφωσή του) πολιτισμό: εἴτε ἡ ἐξέλιξη σ᾿ αὐτό πού ἀποκαλοῦμε «νεο»ελληνική γλῶσσα ἄρχισε σέ πολύ πρωιμώτερη, ἀπό τήν θεωρούμενη, ἐποχή, εἴτε ἡ «νεο»ελληνική συνυπῆρχε σ᾿ ἕνα λανθάνον ἐπίπεδο μέ τήν «ἐπίσημη» «ἀρχαιοελληνική», εἶναι προφανές ὅτι μιλᾶμε γιά τήν ἀρχαιότερη (ἀπό ἄποψη ἱστορικῶν μαρτυριῶν) γλῶσσα τῆς Εὐρώπης, πρᾶγμα πού συνεπάγεται πώς ἡ μελέτη της μπορεῖ νά ὁδηγήσῃ σέ βάσιμα καί ἁπτά συμπεράσματα γιά τό παρελθόν ὅλων τῶν ἰνδοευρωπαϊκῶν -ἄν μή καί ἀνθρώπινων-  γλωσσῶν.

Αὐτονόητο εἶναι ὅτι, λόγῳ τῆς ἐξοικείωσής μας μέ τήν «νέα» ἑλληνική, ἔχουμε ὡς λαός τήν δυνατότητα νά ἀναπτύξουμε τόν τομέα τῶν ἑλληνικῶν γλωσσικῶν καί πολιτισμικῶν σπουδῶν, ἔτσι ὥστε καί χιλιάδες νέες θέσεις ἐργασίας νά ἐξασφαλίσουμε γιά τά παιδιά μας, καί νά καταστοῦμε κέντρο παιδεύσεως τῆς Εὐρώπης – καί ὄχι μόνο.

Ἐπειδή ὅμως τά ἱστορικά ἴχνη τῆς πρωτοελληνικῆς / γραικικῆς παράδοσης ἔχουν μνημειωθῆ στά κείμενα τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ὡς ἐπί τό πλεῖστον γραμματείας, εἶναι φανερό ὅτι τά Ἑλληνόπουλα πρέπει νά ἔρχωνται σέ ἐπαφή μέ αὐτήν τήν παράδοση ἤδη ἀπό τά μικράτα τους, ἔτσι ὥστε ἀργότερα νά κινοῦνται μέ ἄνεση στόν χῶρο τόσο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ὅσο καί τῆς νεοελληνικῆς γραμματείας. Ἑπομένως ἡ γλωσσική διδασκαλία στήν περίπτωσή μας δέν πρέπει νά εἶναι μόνο ἐπικοινωνιακή (διότι τό ζητούμενο δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ συγχρονική χρήση τῆς γλώσσας) ἀλλά καί ἱστορική / ἀντιπαραβολική, δηλαδή ἡ νεοελληνική νά ἀντιπαραβάλλεται διαρκῶς καί ἀδιαλείπτως πρός τήν ἀρχαία ἑλληνική καί τἀνάπαλιν, ἔτσι ὥστε νά συγκεκριμενοποιοῦνται καί νά συνειδητοποιοῦνται οἱ ὁμοιότητες καί οἱ διαφορές τους καί ἔτσι ὥστε μέσῳ αὐτῆς τῆς ἀμφιχρονικῆς προσέγγισης νά παρακάμπτεται ἐν μέρει τό δίλημμα: νέα ἤ ἀρχαῖα ἑλληνικά.

Εὔχομαι καί ἐλπίζω αὐτή ἡ νέα προσέγγιση, ἰσοδυναμοῦσα στήν οὐσία μέ τήν ἀξιοποίηση μιᾶς τεράστιας πολιτισμικῆς εὐκαιρίας, νά μήν σκοντάψῃ στήν μικρόνοια καί τῶν δύο παραδοσιακῶν προσεγγίσεων, τόσο τῆς «προγονόπληκτης» δεξιᾶς πού προέκρινε τό «ἔνδοξο» παρελθόν ἔναντι τοῦ περιφρονούμενου «παρόντος», ὅσο καί τῆς «ἐκσυγχρονιστικῆς» ἀριστερᾶς πού γυρεύει νά μηδενίσῃ τό γλωσσικό / πολιτισμικό παρελθόν στό ὄνομα ἑνός ρηχοῦ καί ἀκρωτηριασμένου παρόντος.

 

Χρῖστος Δάλκος

Advertisements