Ἄν μέ καλοῦσαν νά δείξω τί ἐννοῶ μέ τόν ὅρο «ἀντιπαραβολική διδασκαλία» νέας – ἀρχαίας ἑλληνικῆς, π.χ. στήν τρίτη τάξη ἑνός δημοτικοῦ, θά διάλεγα ἕναν στίχο τοῦ Ὁμήρου, φερ᾿ εἰπεῖν τόν Α 225 ἀπό τήν Ἰλιάδα, ὅπου ὁ Ἀχιλλέας ἀπευθύνει αὐτά τά βαριά λόγια στόν Ἀγαμέμνονα:

οἰνοβαρές, κυνὸς ὄμματ᾿ ἔχων, κραδίην δ᾿ ἐλάφοιο

Γιά τό α΄ συνθετικό τοῦ «οἰνοβαρής», τόν «οἶνον», θά εἶχα νά πῶ ὅτι, ἐνῷ ὑπάρχει σέ πάμπολλες λόγιες λέξεις (οἰνομαγειρεῖον, οἰνοποιία κ.λπ.), στήν νέα ἑλληνική ἔχει ἀντικατασταθῆ ἀπό τό «κρασί». Οὔτε ὅμως κι αὐτό εἶναι καινούργιο, καί θά ἔκανα μιά ἀναφορά στόν «ἄκρατον οἶνον» καί τήν «κρᾶσιν». Γιά τό β΄ συνθετικό «-βαρής» τά πράγματα θά ἦταν πιό ἁπλά, μέ ὅλες τίς συσχετίσεις πρός τά «βαρύς», «βάρος», «βεβαρημένος», «βαριέμαι» κ.τ.τ. Ἡ πρώτη λοιπόν βρισιά πού εἰσπράττει ὁ Ἀγαμέμνων εἶναι: «μεθύστακας».

Ἡ δεύτερη βρισιά εἶναι ὅτι εἶναι ἀναίσχυντος, πιό λαϊκά «σκυλλομούρης», ἔχει πρόσωπο σκύλλου.  Γιά τό «κυνός», γενική τοῦ ὀνόματος «κύων» (= σκύλλος) θά ἔλεγα πώς, παρ᾿ ὅλο πού ἀπό τήν νέα ἑλληνική γενικῶς ἀπουσιάζει, ὑπάρχει ἡ λέξη κυνήγι, κυνηγός (: κύων + ἀγός: αὐτός πού ὁδηγεῖ σκύλλους στήν θήρα), καί ἐπίσης, σέ ὡρισμένες διαλέκτους, π.χ. τά ποντιακά, λέξεις ὅπως τσούνα (ἐκ τοῦ κύνα: σκύλλα), τσουνάκα, τσουνίκα, τσουνίτζα (= σκυλλίτσα) κ.λπ. Μάλιστα, ἐκεῖ θά ἔβρισκα τήν εὐκαιρία νά τούς μιλήσω γιά τό φαινόμενο τοῦ τσιτακισμοῦ καί τήν ἀρχαία ἐκφορά τοῦ ὕψιλον, ὅπως συμβαίνει καί μέ τό γνωστό κυλῶ > τσουλῶ.

Ἐνῷ, λοιπόν, στήν νέα ἑλληνική, γενικά, ἀπουσιάζει ἡ λέξη «κύων», ὑπάρχει ἡ λέξη «σκύλλος», «σκύλλα», ἡ τελευταία ἤδη στόν Ὅμηρο, θά τοῦς θύμιζα δέ δι᾿ ὀλίγων τήν ἱστορία τῆς Σκύλλας καί τῆς Χάρυβδης – ἄν δέν τήν ἤξεραν.

Στήν περίπτωση τοῦ «ὄμματ᾿» θά ἔκανα βέβαια μιά ἀναφορά στήν προέλευση τοῦ ν.ἑ. «μάτι» ἐκ τοῦ ὀμμάτιον, ὑποκορ. τοῦ «ὄμμα», καί θά θυμόμουν καί τούς στίχους τοῦ Κάλβου: «Τὸ ξίφος σφίξατε Ἕλληνες, / τὰ ὀμμάτιά σας σηκώσατε…»

Γιά τό «ἔχων» θά περιωριζόμουν στήν ἐπισήμανση ὅτι πρόκειται γιά κλιτή μετοχή -ἐνῷ ἡ νέα ἑλληνική κατά κανόνα διαθέτει ἄκλιτη μετοχή (: «ἔχοντας»)- παρ᾿  ὅλο πού, μέσῳ τῆς λόγιας γλώσσας ἡ κλιτή μετοχή ἔχει ἐνοφθαλμισθῆ καί στόν κορμό τῆς νέας ἑλληνικῆς: «οἱ ἔχοντες καί κατέχοντες…».

Καί θά ἔκλεινα μέ τήν τρίτη βρισιά, «κραδίην δ᾿ ἐλάφοιο» (ἐνν. ἔχων), ὅπου ὁ Ἀχιλλέας κατηγορεῖ τόν Ἀγαμέμνονα πώς ἔχει «καρδιά ἐλαφιοῦ» εἶναι δηλ. δειλός. Τόσο ἡ λέξη «κραδίη» (ἀττ. καρδία, ν.ἑ. καρδιά) ὅσο καί ἡ λέξη «ἔλαφος» (= ἐλάφι) ὑπάρχουν στήν νέα ἑλληνική, θά μποροῦσα μάλιστα νά ἐπισημάνω δημοτικά τραγούδια πού ἀναφέρονται σέ «λάφια».

Ἄν μοῦ ἔμενε χρόνος μπορεῖ νά ἔκανα μιά ἀναφορά στήν γενική «ἐλάφοιο», κάνοντας συσχετίσεις μέ τήν Γραμμική Β΄, μπορεῖ νά τούς δίδασκα τό μέτρο τοῦ συγκεκριμένου στίχου ἤ μπορεῖ νά τούς καλοῦσα νά τόν τραγουδήσουμε μέ βάση τήν μουσική τῆς παραλογῆς «Ὁ γυρισμός τοῦ ξενιτεμένου». Τέλος, θά διάβαζα ἀπό μετάφραση ὅλο τό ὑβρεολόγιο τοῦ Ἀχιλλέα γιά νά πάρουν μιά γενικώτερη εἰκόνα γιά τό πῶς ἔλυναν τίς διαφορές τους οἱ Ἕλληνες τήν ὁμηρική ἐποχή – καί ὄχι μόνο.

Αὐτά θά ἔκανα ἐγώ, ἐφαρμόζοντας στήν πράξη τήν ἀντιπαραβολική διδασκαλία ἀρχαίας – νέας ἑλληνικῆς. Κι οὔτε πού θά μ᾿ ἔνοιαζε ἄν διδάσκω νέα ἤ ἀρχαῖα ἑλληνικά, κι οὔτε πού θά μ᾿ ἔνοιαζε ἄν στό βιβλίο ὕλης θά σημειωνόταν ὅτι δίδαξα ἕναν καί μόνο ὁμηρικό στίχο!

Χρῖστος Δάλκος

Advertisements